Παρουσιάστηκε το βιβλίο “Με αφορμή την Columbia”, του κ. Δημήτρη Φεργάδη

Στην αίθουσα εκδηλώσεων «Στράτος Μελεμενής» του Ιωνικού Συνδέσμου, πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του εξαιρετικά ενδιαφέροντος βιβλίου του κ. Δημήτρη Φεργάδη, με τίτλο: «Με αφορμή την Columbia – Η βιομηχανία της δισκογραφίας στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΚΨΜ, το οποίο παρουσιάζει με εύγλωττο τρόπο την πραγματική ιστορία της «Κολούμπια» από την ίδρυσή της και τη διαδρομή της μέσα στον χρόνο και στα ιστορικο-πολιτικά γεγονότα της εποχής, μέχρι το κλείσιμο και την κατεδάφισή της.

Ο κ. ΚΟΝΤΙΤΣΗΣ

Προλογίζοντας την αξιόλογη αυτή εκδήλωση, ο Πρόεδρος του Ιωνικού Συνδέσμου, κ. Γιάννης Κοντίτσης, είπε μεταξύ άλλων πως: «Όσοι μεγαλώσαμε τον περασμένο αιώνα σίγουρα η διαδρομή και η ιστορία μας είναι συνδεδεμένη με τη δισκογραφία, λαχταρήσαμε ένα δισκάκι να πάμε να το πάρουμε, είτε μικρό, είτε μεγάλο, το παίξαμε πολλές φορές, είχαμε αγαπημένα τραγούδια που τα παίξαμε και τα ακούσαμε, και μ’ αυτά μεγαλώσαμε. Πίσω, όμως, από αυτή τη δική μας διαδικασία με αυτά τα τραγούδια που ακούγαμε, υπήρχαν οι άνθρωποι που μοχθούσαν, που είχαν μια γραμμή παραγωγής, όπως τη λένε στα εργοστάσια, στήνανε όλη αυτή τη δουλειά και τη φτιάχνανε. Κοντά στη γειτονιά μας, στον Περισσό. Η Κολούμπια είναι ένα κομμάτι δεμένο με τη Νέα Ιωνία. Και, μάλιστα, την εποχή αυτή, να σας θυμίσω ότι στη Λεωφόρο Ηρακλείου πριν από αρκετά χρόνια, τη δεκαετία του ’80 αν θυμάμαι καλά, τα γραφεία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Σήμερα, έχουμε το «Ιωνικό Κέντρο», που ετοιμάζεται, θα φτιαχτεί η καινούργια γραμμή του Μετρό, είναι το γήπεδο της Α.Ε.Κ., που προετοιμάζεται λίγο πιο κάτω, και, φυσικά, στη μνήμη τη δική μας είναι και ο χώρος αυτός της Κολούμπια να παραμείνει ως ένα ζωντανό μνημείο της σύγχρονης ελληνικής παράδοσης. Κάτι που είναι επιθυμία και του κ. Φεργάδη. Όσες φορές μιλήσαμε, τόνιζε και έλεγε συνέχεια ότι: «Πρέπει κάτι να γίνει μ’ αυτόν τον χώρο. Εγώ έγραψα αυτό το βιβλίο, διότι με αυτόν τον χώρο κάτι πρέπει να γίνει.». Και, φυσικά, όταν αναβαθμίζεται μια περιοχή πολλοί μπαίνουν στη μέση, πολλά μεγάλα συμφέροντα, κι αυτά είναι που πρέπει εμείς με έναν δικό μας τρόπο να κυνηγήσουμε, να τα χτυπήσουμε και να κάνουμε τον χώρο αυτόν της Κολούμπια ξανά έναν χώρο της σύγχρονης ελληνικής παράδοσης.» και ολοκλήρωσε επισημαίνοντας πως: «Οι εκλεκτοί σημερινοί μας ομιλητές θα μας μεταφέρουν όλες αυτές τις μνήμες και τις μυρωδιές που υπάρχουν μέσα στο βιβλίο. Ένα πραγματικά πολύ όμορφο βιβλίο, που είναι με έναν πολύ προσωπικό τόνο γραμμένο.».

Ο κ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ

Αμέσως μετά, ο δημοσιογράφος της Ε.Ρ.Τ., κ. Τάσος Σαράντης, ο οποίος συντόνισε και τη σχετική συζήτηση-παρουσίας, προλογικά αναφέρθηκε στον άνθρωπο Δημήτρη Φεργάδη, τον συγγραφέα του βιβλίου, λέγοντας μεταξύ άλλων πως: «Ο Δημήτρης Φεργάδης πήρε απόφαση να υλοποιήσει αυτό που χρόνια τώρα το είχε στο κεφάλι του. Αποφάσισε να μας δώσει στοιχεία του Πολιτισμού μας μέσα από τη δική του δουλειά και μέσα από τη δική του ματιά. Ο Μίμης, άνοιξε, επιτέλους θα έλεγα, τα φτερά του, μας έδειξε τις συγγραφικές του ικανότητες και μας χάρισε το βιβλίο με τίτλο: «Με αφορμή την Κολούμπια». Θα δείτε στο μέλλον ότι αυτό το βιβλίο θα έχει πολύ μεγάλη αξία, ίσως και έξω από την Ελλάδα, και για τον τομέα της δισκογραφίας και της μουσικής, αλλά και του σύγχρονου ελληνικού Πολιτισμού.».

Ο κ. ΚΟΥΝΑΔΗΣ

Στη συνέχεια, τον λόγο έλαβε ο μελετητής του ελληνικού τραγουδιού, Πολιτικός Μηχανικός κ. Παναγιώτης Κουνάδης, ο οποίος ξεκίνησε την ομιλία του λέγοντας πως: «Παρόλο που πέρασαν εκατοντάδες άνθρωποι από τον χώρο της νεώτερης δισκογραφίας στην Ελλάδα, μετά το ’60, κανείς από αυτούς δεν σκέφτηκε να καταγράψει αυτά που έκανε ο Δημήτρης και μας παρουσίασε σ’ αυτό το ωραίο βιβλίο, που είναι ξεκίνημα για μια συνεχιζόμενη μελέτη της ιστορίας της δισκογραφίας, η οποία είναι πολύ μεγάλη, πολύ πριν γεννηθούμε όλοι μας.».και κατόπιν ανέφερε μεταξύ άλλων πως: «Ο Δημήτρης, μπαίνει στην ιστορία αυτή το ’59, που ήταν ένας χρόνος εφιαλτικός για το μέλλον της δισκογραφίας. Εγώ θα σας πω τα κακά πράγματα, πιο πολύ από τα καλά, γιατί μέχρι την εποχή που λήγει η δισκογραφία του γραμμοφώνου υπήρχαν δυο σταθερές, που ορίζανε τη μοίρα των ηχογραφήσεων, δηλαδή τις αρχές του αιώνα μέχρι τα ’59-’60, που ήταν η σοβαρότητα της κοινωνίας των μουσικών και των τραγουδιστών (δηλαδή, δεν μπορούσε εύκολα να περάσει ένας στη δισκογραφία αν δεν ήταν άριστος. Και αυτό και για λόγους που σχετίζονταν με την κοινωνία των δημιουργών και των ερμηνευτών, η οποία ήταν μικρή, και, δεύτερο, γιατί το κόστος παραγωγής ενός δίσκου, μιας ηχογραφήσεως, ήτανε τεράστιο, που σήμαινε ότι αυτοί που είχαν την ευθύνη των αποφάσεων σε επίπεδο ρεπερτορίου και φωνών έπρεπε να διαλέγουν ό,τι καλύτερο υπάρχει. Γι’ αυτό μέχρι το ’59, με μια μικρή πτώση μεταξύ ’55 και ’60, ουσιαστικά η δισκογραφία είναι ένα έργο Τέχνης. Ελάχιστα πράγματα μπορούμε να απορρίψουμε. Οι μεγάλες φωνές του παρελθόντος, οι μεγάλοι μουσικοί, οι μεγάλοι συνθέτες είναι αυτή την περίοδο. Από το ’60 και μετά τι συμβαίνει; Αλλάζει όλη η βάση της δημιουργίας του δίσκου και κατ’ αρχήν πέφτει η τιμή του από τις 100 δραχμές στις 20-22 δραχμές, αν θυμάμαι καλά, τότε που σαν παιδάκια αγοράζαμε δίσκους. Κάτι που σήμαινε ότι ήταν ένα καλό. Το θετικό ήταν αυτό. Κα, βέβαια, την εποχή εκείνη υπάρχει μια κρίση πάνω σε επίπεδο ρεπερτορίου. Αλλά το καλό είναι ότι μπαίνουν στη δισκογραφία τα δύο βασικά πρόσωπα, που αλλάζουν το κλίμα. Είναι ο Θοδωράκης και ο Χατζηδάκις. Ακολουθούν οι συνεχιστές. Ο Ξαρχάκος, ο Λοΐζος, ο Σαββόπουλος και όλα τα παιδιά που ήταν παράλληλα στη δεκαετία του ’60 φτιάχνουνε μια ωραία ιστορία.».

Ακολούθως, ο κ. Κουνάδης αναφέρθηκε στα κακώς κείμενα της παρακμιακής, κατά τη γνώμη του, νέας δισκογραφικής περιόδου στην Ελλάδα και επιπλέον επισήμανε μεταξύ άλλων πως: «Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι θα μιλάμε για τη δισκογραφία των Ελλήνων και όχι για την ελληνική δισκογραφία, γιατί παραδόξως οι Έλληνες δημιούργησαν δισκογραφία πρώτα εκτός Ελλάδος. Οι ηχογραφήσεις των Ελλήνων αρχίζουν στη Μικρασία, Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη, αρχές του αιώνα, συνεχίζονται στην Αμερική με μεγάλη ένταση από το ’15 και μετά, και στην Ελλάδα το εργοστάσιο φτιάχτηκε το 1930. Είναι μερικά πράγματα, τα οποία εξειδικεύουν τη δισκογραφία των Ελλήνων. Και, φυσικά, οι Έλληνες τραγουδιστές και δημιουργοί, έχουν ηχογραφήσει, κυρίως οι τραγουδιστές της εποχής εκείνης, και ένα μέρος του τεράστιου παγκόσμιου ρεπερτορίου και σε αυτό που λέμε «ελαφρό» τραγούδι και στην κλασική μουσική.» και ολοκλήρωσε λέγοντας: «Να δώσω για μία ακόμα φορά συγχαρητήρια στον Δημήτρη, γιατί τόλμησε να κάνει κάτι, το οποίο έπρεπε να έχουν κάνει άλλοι, που το μόνο που κάνουν είναι να πλουτίζουν από αυτή την ιστορία.».

Ο κ. ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗΣ

Η εκδήλωση συνεχίστηκε με τον συγγραφέα, δημοσιογράφο, κριτικό, ιστορικό μουσικής και πολιτικό μηχανικό, κ. Γιώργο Μονεμβασίτη, να λαμβάνει τον λόγο, αναφέροντας πως: «Σήμερα, για να γιορτάσουμε αυτή την έκδοση δεν θα έπρεπε να είμαστε εδώ, θα έπρεπε να είμαστε εκεί, Ηρακλείου 127. Κάποιοι, χωρίς την ευαισθησία της ιστορικής μνήμης, χωρίς καν ευαισθησία, δεν το θέλησαν. Ας όψονται. Κρατάμε στα χέρια μας μια πολύτιμη κιβωτό γνώσεων και μνήμης. Ποιος άλλος, πού και πότε θα μπορούσε να μας τη χαρίσει; Σώζει μνήμες, σώζει ιστορία. Γοητεύει, συναρπάζει η παράθεση στοιχείων, φωτογραφιών (μην ξεχνάμε η κάθε μια τους χίλιες και… λέξεις), η εξιστόρηση γεγονότων. Εμένα, ωστόσο, με συνεπήρε όχι μόνον τι γράφει, αλλά πώς το γράφει ο Δημήτρης Φεργάδης. Ο εύφορος λόγος του σε υποχρεώνει να υποκλιθείς σε τούτον τον πρωτοεμφανιζόμενο «έφηβο» συγγραφέα. Γνήσια λογοτεχνική φλέβα.».

Επίσης, ο κ. Μονεμβασίτης διευκρίνισε πως: «Με καθήλωσε, επίσης, η πολυμέρεια των γνώσεων του πλαστουργού, για να μπορέσει ο αναγνώστης να κατανοήσει, να αφομοιώσει κάθε φράση και κάθε στοχασμό, θα πρέπει να έχει ανάλογο αποθεματικό.», ανέφερε μεταξύ άλλων πως: «Όλα καλά και άγια, λοιπόν; Όλα υπέροχα και απολαυστικά; Όχι, δα, υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού Στον ανυποψίαστο, όμως, και φιλομαθή αναγνώστη θα φανεί ασφαλώς ανιαρή και κουραστική η παράθεση στοιχείων ταυτότητας κάποιων εργατών, συνεργατών, τεχνιτών, αρχιτεχνιτών κ.ο.κ.. Όπως, φερ’ ειπείν, αυτών που αναφέρονται στο 9ο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει όνομα: «Το λίμπρο ντόρο της Κολούμπια.» Δεν συμβαίνει, βεβαίως, το ίδιο και στο ομοειδές, που έχει το όνομα: «Το άλας της δισκογραφίας». Το 19οκεφάλαιο είναι αυτό. Ας αναλογιστούν, όμως, όσοι προσπερνούν ως αδιάφορη την καταιγιστική παράθεση ονομάτων και ιδιοτήτων, ότι μια τέτοια τιμητική αναφορά τους έπρεπε, τους άξιζε, γιατί κάθε ηχογράφημα που απολαμβάναμε και απολαμβάνουμε γεννήθηκε με σταγόνες από τον ιδρώτα τους. Άλλωστε, σε τούτο το δώρο του Δημήτρη, γιατί ουσιαστικά για δώρο πρόκειται, αντισταθμίζονται τα πιο πάνω από την πληθωρική κατάθεση στοιχείων, τον απίστευτο όγκο πληροφοριών, γνώσεων, μνημών, ατομικών και συλλογικών, των αναμνήσεων, των ιστορικών γεγονότων και μαρτυριών,

Ξετυλίγει συνοπτικά, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, όλη την ιστορία του τόπου στα χρόνια εκείνα, με οπτική πολύπλευρη: Πολιτική, κοινωνική, ανθρωπιστική, επιστημονική, οικονομική και, κυρίως, πολιτισμική.» και ακόμη τόνισε πως: «Πόσο χάρηκα εκείνες τις ιστορίες του «εκ βαθέων» (17ο κεφάλαιο). Κραυγές έκπληξης, θαυμασμού, συναίνεσης γεννιόντουσαν συνεχώς μέσα  μου. Εξίσου, όμως, χάρηκα, χαίρομαι και θα χαίρομαι ες αεί εκείνες τις φρασούλες (σπαράγματα τραγουδιών, ποιημάτων, αποφθέγματα, αποτμήματα), που είτε εμπλουτίζουν τα πολυάριθμα επιμέρους κεφάλαια του πονήματός του, είτε συναντιόνται διάσπαρτα στις γραμμές των οριζόντων του και στις εικόνες των μαρτυρίων του και των μαρτυριών του. Είναι πραγματικά για μένα μια απόλαυση της απόλαυσης, μια συγκίνηση της συγκίνησης. Μαθαίνω, θυμάμαι, θυμάμαι, θυμάμαι… Και εκείνη η αφιέρωση στη μνήμη του Μάνου Ελευθερίου. Για όλα τούτα αγαπητέ κι αγαπημένε Μίμη ένα μεγάλο ευχαριστώ, με κεφαλαία γράμματα κι από καρδιάς.».

Ο κ. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Κατόπιν, τον λόγο έλαβε ο υπεύθυνος πωλήσεων και επικοινωνίας του «Όγδοο music group», κ. Χρήστος Ασημακόπουλος, λέγοντάς μεταξύ άλλων πως: «Με εντυπωσίασε ο κ. Μίμης, όπως τον έμαθα και τον έλεγαν όλοι όσοι τον αγαπούσαν. Με εντυπωσίασε για τη γνώση, τον ιδεαλισμό και τη γενναιοδωρία του. Ήταν και συνεχίζει να είναι  μια ήρεμη και ευγενική δύναμη της δισκογραφίας. Με μεγάλη αγάπη για την καλλιτεχνική δημιουργία γενικότερα, τη μουσική ειδικότερα, αλλά και τους εμφανείς ήρωες παραγωγής του μουσικού προϊόντος. Εξάλλου, κι εκείνος φρόντισε να αποφύγει όλα αυτά τα χρόνια τα φώτα της δημοσιότητας και να εργαστεί με έμπνευση και δυναμισμό για τη μεγάλη του αγάπη. Σημασία για εκείνον δεν είχε το ποιος θα πάρει τα εύσημα, που δικαιούταν εκείνος, αλλά το να γίνονται βήματα προόδου. Και επί των ημερών του έγιναν πολλά και σημαντικά τέτοια βήματα. Αγωνίστηκε για την ποιότητα και κατάφερε να αποδείξει ότι μπορεί να συνδυαστεί, αν της δοθεί ευκαιρία, και με την ποσότητα. Έδωσε τη μάχη για τη διαφύλαξη του κύρους της αξίας του ελληνικού δίσκου, μέσα από ρηξικέλευθες δράσεις, αλλά, δυστυχώς, πολλές από τις προτάσεις του, που θα είχαν αλλάξει, ίσως, τη μοίρα της δισκογραφίας, βρέθηκαν αντιμέτωπες με τις πολλαπλές αγκυλώσεις και σκληρύνσεις του χώρου. Σε μία βιομηχανία εξαιρετικά ανταγωνιστική, στην οποία βασιλεύει, δυστυχώς, η ματαιοδοξία και το κυνήγι του κέρδους, ο κ. Φεργάδης κατάφερε να επιβιώσει και να επιβληθεί με την αξία του, χωρίς να χάσει τις αρχές του, χωρίς να κολακέψει, αλλά και το σημαντικότερο: χωρίς να ξεχάσει από πού ξεκίνησε. Ο νεαρός πρεσαδόρος έγινε με σκληρή δουλειά και ανατρεπτική σκέψη σημαντικό στέλεχος της Κολούμπια. Και κατόπιν της MINOS-E.M.I., αλλά διατήρησε αλώβητες τις φιλίες του με τους συναδέλφους του εργοστασίου ως σήμερα. Πάντα ήταν ένας απ’ αυτούς, ένας αδερφός του, ένας δικός τους άνθρωπος, που με κάθε τρόπο υπερασπιζόταν το δίκιο τους. Και αυτό είναι και μία ακόμα σπουδαία πτυχή του βιβλίο: «Με αφορμή την Κολούμπια». Ενώ έχει γραφεί από έναν, είναι η φωνή όλων των αφανών σιωπηλών ηρώων ενός κλάδου, που, μάλλον, αχάριστος υπήρξε προς τους ήρωές του. Το βιβλίο του αποτελεί έναν πραγματικό θησαυρό της ελληνικής δισκογραφίας και σίγουρα έναν συγγραφικό άθλο. Είναι στην κυριολεξία και όχι στα λόγια χειροποίητο το βιβλίο, γραμμένο εξ ολοκλήρου στο χέρι, από καρδιάς. Αποτελεί την εκπλήρωση ενός ονείρου, αλλά και ενός χρέους. Θυμάμαι ήδη από τη δεκαετία του ’90 να συζητάμε γι’ αυτό το βιβλίο. Και με πολύ χαρά πριν από λίγο καιρό, ίσως δύο χρόνια, τον άκουσα να μου λέει ότι ήρθε η ώρα να το κάνει πραγματικότητα. Το βιβλίο: «Με αφορμή την Columbia – Η βιομηχανία της δισκογραφίας στην Ελλάδα κατά τον 20οαιώνα», είναι προϊόν μνήμης, αλλά και εξαντλητικής έρευνας. Είναι μία επική συναρπαστική ιστορία, που βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα της εποχής. Ο Δημήτρης Φεργάδης, με απλό και κατανοητό λόγο, που ρέει αβίαστα, ξεδιπλώνει με καθηλωτικό τρόπο την ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας του περασμένου αιώνα, με αφορμή την επί δεκαετίες παρουσία του στη θρυλική Κολούμπια. Ο Δημήτρης φεργάδης, με το βιβλίο του ήρθε να καλύψει ένα σημαντικό κενό, που υπήρχε στην καταγραφή της ιστορίας της δισκογραφίας, και να προσφέρει ένα πολύτιμο εργαλείο στους σύγχρονους και μελλοντικούς μελετητές της. Τα ντοκουμέντα, οι σπάνιες φωτογραφίες, τα έγγραφα και οι μαρτυρίες, που περιέχονται στο βιβλίο, το καθιστούν πραγματικά πολύτιμο, χωρίς, όμως, να το βαραίνουν περιττά, ώστε να μειώνουν την απόλαυση της ρέουσας ανάγνωσης. Θα μου μείνουν αξέχαστες και θα μου λείψουν αληθινά οι συναντήσεις μας τα πρωινά του Σαββάτου, στο καφενεδάκι του Νομισματικού Μουσείου, στην Πανεπιστημίου, οι ατέλειωτες συζητήσεις και οι αναγνώσεις των νέων σελίδων, η αγωνία για τη λεπτομέρεια και ο εφηβικός ενθουσιασμός του κ. Μίμη, που εκτός των άλλων μου αποκάλυψε ότι διαθέτει και ένα εξαιρετικό συγγραφικό ταλέντο, που ως τότε αγνοούσα.» και ολοκλήρωσε λέγοντας πως: «Προσωπικά, ευχαριστώ τον κ. Μίμη θερμά, γιατί μου δίδαξε ότι μπορείς να υπάρξεις με αξιοπρέπεια, χωρίς να χάσεις την ψυχή σου και τη νεανική σου φλόγα, σε έναν μαγικό, αλλά και σκληρό χώρο, στον οποίο, συνήθως, επιβιώνουν και διακρίνονται εκείνοι που ακολουθούν τις «σημαίες» της ευκαιριακής επιτυχίας. Θα ήθελα, τέλος, να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τον ιστορικό Ιωνικό Σύνδεσμο, που τιμά απόψε τον Δημήτρη Φεργάδη, και στο πρόσωπό του όλους τους αφανείς ήρωες της δισκογραφίας.».

Ο κ. ΚΟΚΚΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Αμέσως μετά, τον λόγο έλαβε ο επίτιμος Λυκειάρχης, φιλόλογος και συγγραφέας, κ. Πάνος Κοκκινόπουλος, ο οποίος αναφέρθηκε στα χρόνια που -όντας φιλόλογος ο ίδιος- εργαζόταν ως πρεσαδόρος στην Κολούμπια, όπου γνώρισε τον κ. Φεργάδη, στη συνέχεια επισήμανε μεταξύ άλλων πως: «Διαβάζοντας το βιβλίο στο τέλος ανεφώνησα: Μπράβο Δημήτρη.». Γιατί; Γιατί είδα μια ειλικρίνεια, μια τόλμη, ένα γράψιμο αντρίκιο, που έσπαζε κόκαλα.», τονίζοντας παράλληλα πως: «Πάνω από όλα χάρηκα τη γλώσσα του, το γράψιμό του.».

Επίσης, ο κ. Κοκκινόπουλος είπε μεταξύ άλλων πως: «Ο Δημήτρης, έγραψε το ρέκβιεμ της Κολούμπια. Ήτανε κρίμα που κατεδαφίστηκε το τρίτο στην Ευρώπη στούντιο, το πρώτο στην Ελλάδα. Μέσα από εκεί πέρασε όλο το μεγαλείο της νεοελληνικής μουσικής. Θέλετε κλασικά, τραγούδια, θέλετε λαϊκά, θέλετε ελαφρά; Ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαιωάννου, ο Καλδάρας, οι πάντες. Και, όμως, κατεδαφίστηκε.», ενώ αναφερόμενος στη γλώσσα του συγγραφέα, είπε μεταξύ άλλων πως: «Για να γράψει κανείς ένα βιβλίο δεν πρέπει να συλλέξει μόνο το υλικό για να γράψει, μπορεί να το ταξινομήσει και να κάτσει να το γράψει. Όμως δεν γράφεται έτσι. Το βιβλίο χρειάζεται να έχει ο συγγραφέας περιεχόμενο, να έχει έρμα, «σαβούρα» δηλαδή, όπως έχει το καράβι, για να μπορέσει να γράψει. Και ο Δημήτρης Φεργάδης, επιστήμονας γαρ, κατέβασε, όπως γράφει ο ίδιος μέσα στο βιβλίο του, 80 βιβλία σχετικά με τον ήχο από τη βιβλιοθήκη του και τα ξεσκόλισε. Γιατί έπρεπε να ξεψαχνίσει τον ήχο. Και έπρεπε να ξέρει τι γράφει. Να έχει επίγνωση για οτιδήποτε θα γράψει. Και έγραψε με τέτοιον τρόπο, που το χαίρεσαι.», τόνισε μεταξύ άλλων πως: «Ο Φεργάδης κατέχει τη γλώσσα απόλυτα και χρησιμοποιεί μια γλώσσα καταπληκτική, που χαίρεσαι να τη διαβάζεις.» και ολοκλήρωσε διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το παρουσιαζόμενο βιβλίο, στο οποίο υπήρχαν καταγραφές που αφορούν τον ίδιο τον κ. Κοκκινόπουλο.

Ο κ. ΦΕΡΓΑΔΗΣ

Ακολούθως, τον λόγο έλαβε ο συγγραφέας του βιβλίου, κ. Δημήτρης Φεργάδης, λέγοντας χαρακτηριστικά πως: «Καλησπέρα σας κι από μένανε. Νιώθω κι εγώ από τη φωνή μου ότι είμαι εξαιρετικά συγκινημένος. Δεν θα έπαιρνα τον λόγο. Ο μόνος λόγος που μιλώ είναι για να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε σας που ήρθατε εδώ για να παρευρεθείτε στην παρουσίαση του βιβλίου. Ενός βιβλίου γραμμένου από καρδιάς, γραμμένου για τη μουσική, γραμμένου για τις γειτονιές, γραμμένου για τους εργάτες της μουσικής, γραμμένο για τον Περισσό και τη Νέα Ιωνία. Για να ευχαριστήσω ακόμα τους φίλους που είναι κοντά και δίπλα μου, όλους έναν-έναν ξεχωριστά και μαζί.», ευχαρίστησε όλους όσοι συνετέλεσαν στο να ολοκληρωθεί και να εκδοθεί το βιβλίο του, διευκρίνισε πως: «Για το βιβλίο δεν έχω να πω τίποτα. Τι να προσθέσω μπροστά στα τόσα, φοβάμαι υπερβολικά, που είπανε οι καλοί μου φίλοι. Εκείνο μόνο που θα σημειώσω πως μπορεί να βρείτε στο βιβλίο μου είναι πως δεν θα βρείτε μικρές ή μεγάλες ιστορίες για «celebrities» και για διάσημους της δισκογραφίας. Στο βιβλίο, όμως, θα βρείτε πολλά «διότι», που υπάρχουνε και που λειτουργούνε πίσω και γύρω από τη δημιουργία και τους δημιουργούς και τα μικρόφωνα. Ακόμα, εκείνο που θα βρείτε στο βιβλίο είναι η προσωπική μου αγωνία, ο αγώνας και η προσπάθεια και η αγάπη να καταλάβω και να ερμηνεύσω τα άρρητα και τα μη εύκολα ερμηνευόμενα, που υπάρχουνε στον χώρο της δισκογραφίας. Γιατί δεν είναι αυτό που τελικά παρουσιάζεται και βλέπουμε όλοι μας. Υπάρχουνε πάρα πολλά άλλα πράγματα. Αυτά προσπάθησα να δώσω μέσα από αυτό το βιβλίο, που πιθανώς πολλοί μπορεί να έχετε στα χέρια σας, και να δικαιολογήσω τα τόσα χρόνια που έζησα υπέροχα σ’ αυτόν τον χώρο της μουσικής, με τα καλά και τα λιγότερο καλά της.», τόνισε μεταξύ άλλων πως: «Το ζητούμενο για εμένα και μία από τις κρυφές σκέψεις που είχα γράφοντας αυτό το βιβλίο ήταν να επικαιροποιήσω (μοντέρνα η λέξη) το θέμα και να το επαναφέρω σε συζήτηση, για να δημιουργηθεί πιθανότατα ένα Κίνημα τέτοιο, που θα μπορούσε να αποκαταστήσει το ανοσιούργημα αυτό που είχε γίνει και να γίνει η ανακατασκευή του γκρεμισμένου Στούντιο της Κολούμπια.» και ολοκλήρωσε ευχόμενος πως: «Εύχομαι και ελπίζω και με τη δική μας παρουσία και κινηματική διάθεση να μπορέσουμε να τα καταφέρουμε.».

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Επίσης, αξίζει να αναφέρουμε πως εμβόλιμα ανάμεσα στις ομιλίες, η ηθοποιός, διορθώτρια και επιμελήτρια του συγκεκριμένου βιβλίου, κ. Μαρία Μαυροματάκη, διάβασε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο του κ. Δημήτρη Φεργάδη.

Παναγιώτα Σούγια

Κάντε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here