“Το γυναικείο ζήτημα & οι θεωρίες για το κοινωνικό φύλο”, του Κώστα Κατιμερτζόγλου

ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ… ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΥΛΟ

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΙΜΕΡΤΖΟΓΛΟΥ
ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ – ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ Ν. ΙΩΝΙΑΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ Δ.Σ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ «Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ»

Ο αγώνας για την ισοτιμία και τα δικαιώματα των γυναικών από τις διαδηλώσεις της 8ης  του Μάρτη 1857 που οι εργάτριες στα υφαντουργεία και τα ραφτάδικα της Νέας Υόρκης κατεβαίνουν σε απεργία ζητώντας ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς και μείωση των ωρών εργασίας,  συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι επίκαιρος.

Η αφετηρία του γυναικείου ζητήματος βρίσκεται με το πέρασμα της κοινωνίας από το πρωτόγονο κοινοτικό – αταξικό σύστημα στο πρώτο ταξικό σύστημα – το δουλοκτητικό. Την ώρα δηλαδή που αρχίζει να εμφανίζεται η ατομική ιδιοκτησία και αρχίζουν να ισχύουν οι ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης, εμφανίζεται και το ζήτημα της ανισοτιμίας της γυναίκας με τον άντρα.

Επομένως η ουσία του ζητήματος είναι καθαρά ταξική, είναι θέμα ολόκληρης της κοινωνίας κι όχι μόνο της γυναίκας. Άρα και ο αγώνας για πλήρη χειραφέτηση της γυναίκας εντάσσεται στα πλαίσια της ταξικής πάλης και θα εξαλειφθεί μόνο όταν πάψει να υπάρχει η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η ταξική εκμετάλλευση, δηλαδή στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό. Ο χαρακτήρας του αγώνα του γυναικείου κινήματος θα πρέπει να είναι ενάντια στη διπλή καταπίεση, ταξική και φυλετική, που βιώνει μία γυναίκα.

Οι πρώτοι που επεσήμαναν την ταξική βάση του γυναικείου ζητήματος ήταν οι Μαρξ και Ένγκελς.  Πάνω σε αυτή τη βάση χτίζονταν επί αιώνες και χτίζονται ακόμα οι προκαταλήψεις, τα στερεότυπα, οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί και πολιτισμικοί αναχρονισμοί, που εμπεδώθηκαν βαθιά στις συνειδήσεις ανδρών και γυναικών.

Τον 20ο αιώνα λόγω της όξυνσης της ταξικής πάλης και του οργανωμένου αγώνα του γυναικείου κινήματος, σε συμπόρευση με το εργατικό κίνημα, κατάφερε να βελτιωθεί αισθητά η θέση της γυναίκας. Η ύπαρξη όμως, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής την εμποδίζουν να βελτιώσει ουσιαστικά τη θέση της. Κατάφερε να βγει από τη στενότητα του οικογενειακού νοικοκυριού που έφερε και τον εκσυγχρονισμό του οικογενειακού δικαίου, δόθηκαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στη γυναίκα (εκλέγειν και εκλέγεσθαι) στις περισσότερες χώρες του πλανήτη, καταργήθηκαν οι νομικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, λήφθηκαν κοινωνικά μέτρα για την προστασία της μητρότητας και αυξήθηκε η συμμετοχή της γυναίκας στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Αν και βελτιώθηκε αισθητά η θέση της γυναίκας, η βελτίωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αστική προπαγάνδα που ισχυρίζεται ότι κατακτήθηκε η πλήρης ισότητα της γυναίκας με τον άνδρα. Η γυναίκα παρόλο που βγήκε από την άμεση οικονομική εξάρτηση από τους εργαζόμενους της οικογένειας, πέρασε στην άμεση οικονομική εκμετάλλευση της από το Κεφάλαιο.

Παραδείγματα του πιο πάνω είναι η μισθολογική ανισότητα, η οποία εισήχθηκε από το Κεφάλαιο, το οποίο εκμεταλλεύθηκε την αδυναμία της γυναίκας να αντεπεξέλθει σε όλους τους τομείς της παραγωγής δίνοντας της μειωμένους μισθούς σε σύγκριση με τον άνδρα, παρόλο που μπορεί στις περισσότερες περιπτώσεις να έχει την ικανότητα να προσφέρει ίσης αξία εργασίας με τον άνδρα, παράδειγμα στην πνευματική εργασία. Μια διαδικασία η οποία δεν εξυπηρετεί ούτε τη γυναίκα ούτε τον άνδρα εργαζόμενο, αλλά μόνο τον εργοδότη τους που μπορεί να είναι και γυναίκα.

Σε άλλες βέβαια περιπτώσεις, για τις ανάγκες του κεφαλαίου, αγνοείται εντελώς αυτή η διαφορετικότητα της γυναίκας και με πρόσχημα την «ισότητα», την αναγκάζει να εργάζεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να αντεπεξέλθει το ίδιο με τον άνδρα. Τέτοια παραδείγματα, είναι η ίδια ηλικία συνταξιοδότησης της γυναίκας με τον άνδρα (η οποία αυξάνεται συνεχώς) ή ακόμα και η εργασία σε βαριές δουλειές όπως στις οικοδομές. Συν τοις άλλοις, η εγκυμοσύνη και η μητρότητα γίνεται αιτία μη πρόσληψης γυναικών αλλά και αναγκαστικής αποδοχής εργασίας με τις λεγόμενες ελαστικές εργασιακές σχέσεις και με χαμηλότερους μισθούς.

Ένα άλλο πρόβλημα το οποίο παρουσιάζεται πιο έντονα σε νεαρές γυναίκες είναι η εξωτερική τους εμφάνιση να  γίνεται προϊόν εκμετάλλευσης από τους εργοδότες τους, γεγονός που παρατηρείται πιο έντονα σε φοιτήτριες που εργάζονται είτε σε καφέ, είτε σε κλαμπ ή η εμπορευματοποίση των φυσικών τους προσόντων για τη διαφήμιση προϊόντων. Σε διαφορετική περίπτωση, καταλήγουν πίσω από ένα τηλέφωνο και εργάζονται σε άθλιες συνθήκες με άθλια ωράρια εργασίας.

Αναλύοντας το γυναικείο ζήτημα, δε θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε και στο φαινόμενο της πορνείας, το οποίο αποτελεί ντροπή για τη δήθεν εκσυγχρονισμένη κοινωνία που ζούμε. Το φαινόμενο της πορνείας, δεν αποτελεί τίποτα άλλο από τη στυγνή και ξεδιάντροπη εκμετάλλευση της κοινωνικής εξαθλίωσης των γυναικών, πέφτοντας θύματα σωματεμπορίας. Επίσης φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας και σεξουαλικής παρενόχλησης που έχουν στόχο κυρίως τη γυναίκα, είναι και αυτά αποτέλεσμα του κοινωνικού – οικονομικού συστήματος και των αξιών που προωθεί.

Σήμερα, ζώντας στο ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού, τον ιμπεριαλισμό, παρόλο που οι γυναίκες και τα παιδιά δεν βρίσκονται στα πεδία των μαχών, είναι τα πρώτα θύματα σε κάθε ιμπεριαλιστικό πόλεμο (φτώχεια, ανασφάλεια, προσφυγιά κλπ).

Το γυναικείο ζήτημα αποτελεί στις μέρες μας ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα. Ως εκ τούτου, υπάρχουν πολλές διατυπώσεις και εκτιμήσεις για τη φύση και το χαρακτήρα του, όπως και για το ποιος πρέπει να είναι ο προσανατολισμός που πρέπει να έχει ο αγώνας των γυναικών. Στο εν λόγω ζήτημα όπως εξάλλου και σε κάθε άλλο ζήτημα, υπάρχουν δύο αντιλήψεις, η αστική και η  Μαρξιστική – Λενινιστική. Η πιο πάνω διατύπωση, διαμορφώνεται ανάλογα με την κοινωνικοταξική θέση, την ιδεολογία και τα συμφέροντα που εκπροσωπεί ο κάθε πολιτικός χώρος.

Στα πλαίσια της αστικής τάξης, υπάρχουν δύο αντιλήψεις για το ζήτημα. Η μία θεωρεί ότι, παρόλο που έγιναν σημαντικά βήματα για την ισότητα δεν έχει εξαλειφθεί εντελώς το πρόβλημα. Φυσικά θέτει το ζήτημα σε εντελώς λανθασμένη βάση, επειδή, θεωρεί ότι είναι θέμα ανταγωνισμού των δύο φύλων ή ξεπερασμένων νοοτροπιών μιας πατριαρχικής – ανδροκρατικής κοινωνίας (που αν και αποτελεί πρόβλημα, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί το ουσιώδες) και η λύση που προτείνουν είναι η αλλαγή των νοοτροπιών (φιλελεύθερες και ριζοσπάστριες φεμινίστριες – σεξουαλική επανάσταση).

Η άλλη αντίληψη θεωρεί ότι η ισότητα των φύλων έχει επιτευχθεί μέσα από την εξέλιξη και ανάπτυξη του καπιταλισμού. Πράγμα που φαίνεται έντονα από τα πρότυπα που παρουσιάζει η σημερινή κοινωνία. Αυτό επιτυγχάνεται, διαφημίζοντας γυναίκες που κατάφεραν να κατακτήσουν την ισότητα και την ανεξαρτησία τους. Αυτές οι γυναίκες όμως, είναι οι γυναίκες της αστικής τάξης, που «χειραφετήθηκαν» να εκμεταλλεύονται τους εργαζομένους. Είναι οι γυναίκες επιχειρηματίες ή οι γυναίκες που η κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση ή η πολιτική τους δραστηριότητα, συμβάλλει στην αναπαραγωγή των σχέσεων εκμετάλλευσης. Οι γυναίκες στις οποίες αναφερόμαστε, είναι οι γυναίκες που δεν μπορούν και ούτε θέλουν να υποστηρίξουν ουσιαστικά τα αιτήματα για την ισοτιμία της γυναίκας.

Ο λόγος είναι ότι, απέναντι τους βρίσκεται η εργαζόμενη γυναίκα που είναι παράλληλα μητέρα και σύζυγος. Αυτή η γυναίκα που βιώνει και κατανοεί όσο καμία άλλη την κοινωνική ανισότητα. Γι’ αυτό και δεν επιδιώκει την ισότητα όπως αυτή παρουσιάζεται από τα καπιταλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, ΕΕ) και γενικότερα από τα αστικά κόμματα, αλλά την ισότητα – ισοτιμία. Δεν ζητά δηλαδή μόνο την οικονομική ισότητα, ούτε τον ίσο καταμερισμό δικαιωμάτων μέσα στην οικογένεια, ούτε τη σεξουαλική απελευθέρωση. Διεκδικεί ίση κοινωνική θέση των ανθρώπων ανεξάρτητα από το φύλο, ίσες ευκαιρίες στην εργασία ανάλογα με τη δυνατότητα, ίσα δικαιώματα στην αμοιβή.

Οι αντεργατικές πολιτικές, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις κοινωνικών υπηρεσιών, η αύξηση του εργάσιμου χρόνου και των ορίων συνταξιοδότησης και η επέκταση της μερικής απασχόλησης, κτυπούν διπλά τις εργαζόμενες γυναίκες. Πράγμα που καταδεικνύει ότι το γυναικείο ζήτημα αφορά -κατά κύριο λόγο- στις γυναίκες της εργατικής τάξης κι ευρύτερα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Γενικά, η βάση και των δύο αστικών αντιλήψεων είναι λανθασμένη επειδή διατυπώνονται ακριβώς για να συντηρούν το καπιταλιστικό σύστημα το οποίο ως ταξικά εκμεταλλευτικό, συντηρεί και αναπαράγει το πρόβλημα, ένα πρόβλημα το οποίο θα εξαλειφτεί με την ανατροπή του και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Διαπίστωση που επιβεβαιώνεται μέσα από την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης για τη γυναικεία χειραφέτηση, η οποία κατοχύρωσε συνταγματικά το 1918, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία την πολιτική ισοτιμία της γυναίκας (ο Λένιν αναφέρεται σ’ αυτή τη νομοθεσία στο άρθρο του «η Μεγάλη Πρωτοβουλία» με το εξής: «πρέπει να εξαλείψει τη σαβούρα της αστικής νομοθεσίας και συντηρητικών νοοτροπιών»). Επίσης,  προώθησε  την κοινωνική συμμετοχή της γυναίκας στην παραγωγική εργασία, τη φυγοδικία εγκλεισμού στο σπίτι, τη δυνατότητα μόρφωσης με ίσες ευκαιρίες καθώς και τη φροντίδα – προστασία της στην εργασία, π.χ. στη μητρότητα (οι εγκυμονούσες έπαιρναν 9 μήνες πληρωμένη άδεια).

Σήμερα στη σύγχρονη προσπάθεια της αστικής τάξης να παρέμβει στη συνείδηση, να καλλιεργήσει πρότυπα και να διαμορφώσει κριτήρια γύρω από το γυναικείο ζήτημα, προσαρμοσμένα στις δικές της αξίες εμφανίζονται οι θεωρίες για το κοινωνικό φύλο.

Κάτω από αυτόν τον τίτλο περιλαμβάνονται αστικές και μικροαστικές προσεγγίσεις του γυναικείου ζητήματος, με κοινή βάση το διαχωρισμό ανάμεσα σε «βιολογικό» και «κοινωνικό» φύλο.

Ο όρος «κοινωνικό φύλο» επινοείται τη δεκαετία του ’60 και διαχωρίζεται από το λεγόμενο «βιολογικό φύλο». Οι αστοί ακαδημαϊκοί καταλήγουν στο ότι το «βιολογικό φύλο» (sex) αποτελεί μία ιδιότητα που καθορίζεται γενετικά, ενώ το «κοινωνικό φύλο» (gender) είναι μία κοινωνική κατασκευή, ένας ρόλος που αποδίδει η κοινωνία στα μέλη της. Είναι μια επίκτητη ταυτότητα στην οποία καταρτιζόμαστε από μικρή ηλικία, μαθαίνεται και ποικίλλει σε σχέση με τα πολιτισμικά πλαίσια και τις εμπειρίες ζωής, όπως αναφέρουν.

Όταν, δηλαδή, αστοί, σοσιαλδημοκράτες και «αριστερίζοντες» θεωρητικοί αναφέρονται στο κοινωνικό φύλο εννοούν την αντίληψη που διαμορφώνει ο καθένας μας σχετικά με τον γυναικείο ή ανδρικό ρόλο που υποτίθεται ότι επιλέγει να ασκεί και ο οποίος μπορεί να είναι και διαφορετικός από το βιολογικό του φύλο. Παρουσιάζουν δε σε αντιπαράθεση το βιολογικό στο κοινωνικό, σαν δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους δομές.

Η Judith Butler, η πιο γνωστή σήμερα εκπρόσωπος της φεμινιστικής μεταμοντέρνας φιλοσοφίας, στις αρχές του 1990 εισάγει την άποψη πως η σεξουαλική ταυτότητα είναι κάτι ρευστό και καθόλου δεδομένο και πως οι «έμφυλες – όπως τις ονομάζει ταυτότητες» θα μπορούσαν ακόμα και να εξαφανιστούν, καθώς η διάκριση άνδρα – γυναίκας αποτελεί γι’ αυτήν «ψευδή διχοτόμηση», είναι δηλαδή κατασκευασμένη και όχι πραγματική.

Η πιο σύγχρονη μορφή της άποψης αυτής, η οποία παίρνει και κινηματική μορφή, είναι η θεωρία του «queer». Η Queer θεωρία εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’80. Σύμφωνα με αυτή, το φύλο μας κατασκευάζεται κοινωνικο – ιστορικά, δε γεννιόμαστε με αυτό, είμαστε όλοι ανδρόγυνα όντα και ως τέτοια έχουμε να αντιμετωπίσουμε σαν εχθρό όχι την ετεροφυλία, αλλά την κανονικότητα που τη συνοδεύει, τους κανόνες που υπάρχουν στην καθημερινή ζωή και προκύπτουν από το διαχωρισμό σε άντρες και γυναίκες.

Είναι, όμως, αυτές οι θεωρίες τόσο προοδευτικές, όσο οι αστοί, οι σοσιαλδημοκράτες και οι διάφοροι «αριστεροί» διανοούμενοι τις διαφημίζουν;

Οι θεωρίες αυτές αρνούνται την αντικειμενική πραγματικότητα και απολυτοποιούν την υποκειμενική σκέψη του κάθε ανθρώπου, το συναίσθημα. Υποστηρίζουν πως μέσα από την άρνηση κάθε «ταμπέλας» και «κανονιστικής αρχής», το άτομο μπορεί να ξεφύγει από τα στερεότυπα και να διαμορφώσει μια ταυτότητα τελείως προσωπική. Οι θεωρίες αυτές δεν αναγνωρίζουν το φυλετικό διαχωρισμό σε άνδρες και γυναίκες ως αντικειμενικό γεγονός.

Έτσι αστοί και  οπορτουνιστές  διανοούμενοι μιας «μεταμοντέρνας αριστεράς»  καταλήγουν σε έναν ανορθολογισμό στον οποίο από την εκδοχή που η γυναίκα θεωρούνταν ως βιολογικά κατώτερη, περνούν στην κατάργηση ουσιαστικά των ιδιαίτερων βιολογικών χαρακτηριστικών των δύο φύλων. Το φύλο βέβαια δεν καθορίζεται από την κοινωνία. Υπάρχει αντικειμενικά από τη φύση. Είναι άλλο πράγμα οι κοινωνικοί ρόλοι που δίνει η κοινωνία στα φύλα, χωρίς να ανατρέπονται οι βιολογικές διαφορές. Η μήτρα της ανισότητας είναι οικονομική και αυτή είναι που γεννάει αξίες και πρότυπα που στηρίζουν το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, για τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας.

Η αυτοδιάθεση και το δήθεν δικαίωμα της επιλογής του φύλου είναι ο μανδύας για να ντύσουν τις αναχρονιστικές θεωρίες τους για το ρόλο των γυναικών, για τη θέση τους στην κοινωνία. Καλλιεργούν αυταπάτες ότι η ανισοτιμία είναι αποτέλεσμα λαθεμένων πρακτικών και αντιλήψεων και όχι των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Αντιμετωπίζουν το γυναικείο ζήτημα μόνο ως φυλετικό και όχι ως ταξικό με φυλετικά χαρακτηριστικά. Το αποκόβουν από την οικονομία, το σύστημα της εκμετάλλευσης και τις αρχές που το διέπουν. Αυτές οι θεωρίες  «δηλητηριάζουν» τη συνείδηση γυναικών και αντρών της εργατικής τάξης, και των  λαϊκών στρωμάτων αποσκοπώντας την ιδεολογική ενσωμάτωσή τους στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος.

Οι απόψεις για την εξατομίκευση της ζωής, για την αυτοδιάθεση του σώματος επιδρούν στη διαμόρφωση της συνείδησης γυναικών και ανδρών για το πώς βλέπουν τον εαυτό τους στην κοινωνία, για  το  πώς βλέπουν τη ζωή. Με βάση αυτές τις θεωρίες, σημασία δεν έχει αν υφίστασαι εκμετάλλευση, αλλά αν εσύ θεωρείς ότι υφίστασαι. Στη λογική αυτή καλλιεργούν απόψεις ότι δεν υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις, ότι τους εργάτες και τις εργάτριες δεν τους ενώνουν τα κοινά ταξικά συμφέροντα και η θέση τους στην παραγωγή. Άρα, η ενότητα που προβάλλουν είναι  ότι πρέπει να οικοδομείται σε άλλη βάση, όπως οι κοινές αντιλήψεις απέναντι στο φύλο ή τα κοινά ηλικιακά χαρακτηριστικά.

Τέτοια κριτήρια, εκτός των άλλων, αποπροσανατολίζουν από το ποιος είναι ο κύριος αντίπαλος, άρα και η πάλη προς τα πού πρέπει να στραφεί. Υπονομεύουν τη συλλογική οργάνωση, τον αγώνα για τις σύγχρονες ανάγκες της νεολαίας σε σύγκρουση με τα μονοπώλια και την εξουσία τους. Στρέφουν ιδιαίτερα τη γυναίκα στην «ατομική επιλογή», στον «ατομικό δρόμο». Μέσα από αυτές τις θεωρίες παρουσιάζονται η εργατική τάξη, το κίνημα και το κόμμα της ως ξεπερασμένα, σε αντίθεση με τα «σύγχρονα» υποτίθεται κινήματα, αποπροσανατολίζοντας και προσπαθώντας να χειραγωγήσουν ιδιαίτερα τη νεολαία που ανήκει στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.

Τελικά το μόνο εργαλείο για να προσεγγίσουμε με αντικειμενικότητα και επιστημονική ακρίβεια το ζήτημα του φύλου δεν είναι παρά ο διαλεκτικός υλισμός, για τον οποίο ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα το προϊόν και το υποκείμενο της ιστορικής διαδικασίας και εξέλιξης. Τα φυσικά και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου αποτελούν ένα ενιαίο όλο και δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν ως ανεξάρτητα στοιχεία της προσωπικότητας. Η βιολογική και κοινωνική διάσταση δεν ταυτίζονται, αλλά ούτε και μπορούν να διαχωριστούν, καθώς τα βιολογικά χαρακτηριστικά, αναγκαίος όρος ύπαρξης των κοινωνικών, μεταβάλλονται σύμφωνα με τις αλλαγές στην κοινωνία. Ο άνθρωπος αλλάζοντας τον κόσμο του, αλλάζει και ο ίδιος.

Για να λύσουμε το πρόβλημα πρέπει πρώτα να το κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε ως εργαζόμενοι και εργαζόμενες άντρες και γυναίκες ενωμένοι αστικές αντιλήψεις του τύπου «είναι γυναίκα σημαίνει δεν οδηγεί καλά» ή χάριν της ισοτιμίας η γυναίκα να μην κάνει καμιά δουλεία νοικοκυριού και να τις κάνει ο άνδρας ή στη χειρότερη περίπτωση η ίδια η γυναίκα να προσλαμβάνει οικιακή βοηθό.

Το ζήτημα πρέπει να γίνει αντιληπτό από τον καθένα μας, άνδρες και γυναίκες, ότι δεν είναι απλά θέμα ανισότητας αλλά θέμα ταξικής εκμετάλλευσης και θα πάψει να υπάρχει μόνο όταν ανατρέψουμε το σύστημα. Μέχρι τότε θα αγωνιζόμαστε για την ισοτιμία κάθε γυναίκας σε όλους τους τομείς.

Οι γυναίκες να πρωτοστατήσουν με τη συμμετοχή τους στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, ενάντια στα συμφέροντα των αστικών τάξεων που εκμεταλλεύονται τον ιδρώτα και τον πλούτο που παράγουν οι ίδιες και οι άντρες συνάδελφοί τους, ενάντια στις κυβερνήσεις και τα κόμματα που εξυπηρετούν αυτά τα συμφέροντα για  να  μπορέσουν να σταματήσουν  και την ταξική και τη φυλετική τους εκμετάλλευση.

Κάντε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here