Μερικές σκέψεις, με αφορμή τα 25 χρόνια από το θάνατο του ποιητή Τάκη Σινόπουλου

(ΧΡ. ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ – Άρθρο από “Αυγή της Κυριακής”, 28/5/06)

ΤΟ ΧΥΜΕΝΟ ΑΙΜΑ ΤΟ ΣΠΑΤΑΛΗΜΕΝΟ

Μερικές σκέψεις, με αφορμή τα 25 χρόνια από το θάνατο του ποιητή Τάκη Σινόπουλου

Mπορεί ο Τάκης Σινόπουλος να ήταν ένας άνθρωπος που, όπως έγραψε ο ίδιος, ερχόταν συνεχώς από τον Πύργο, όμως κατέληγε πάντοτε στον Περισσό, όπου, ως γιατρός του Ι.Κ.Α. γιατροπόρευε τους αρρώστους του και όπου τις νύχτες ως ποιητής πάλευε με το έργο του. Γι΄ αυτό το λόγο, εκεί στον Περισσό, μπροστά στο σπίτι του, στην οδό Τάκη Σινόπουλου 22, ο Δήμαρχος Νέας Ιωνίας Γιάννης Χαραλάμπους εγκαινιάζει σήμερα την ορειχάλκινη προτομή του – έργο του γλύπτη Δημήτρη Αρμακόλα και η πρώτη σε όλη την Ελλάδα που ανεγείρεται για ποιητή της γενιάς του.

Με αυτή την αφορμή και με τη συμπλήρωση 25 χρόνων από το θάνατό του, είναι επίκαιρο να αναστοχαστούμε τον ποιητή και το έργο του: ποιά είναι η ποίησή του και ποιά η καταγωγή της.

  1.   Η νεώτερη ιστορία μας είναι ποτισμένη από το αίμα. Το αίμα για τη Λευτεριά αλλά και με το χυμένο αίμα το σπαταλημένο. Ο Σινόπουλος, μπλεγμένος στα βρόχια της Ιστορίας, είναι ο ποιητής του χυμένου αίματος, του σπαταλημένου, ο ποιητής δηλαδή του Εμφυλίου.

Ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης, ο ΄Αρης Αλεξάνδρου έδωσαν πτυχές της φοβερής αυτής εποχής. Το ίδιο και άλλοι, όπως ο Δούκαρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Τίτος Πατρίκιος. Από τη σκοπιά τους και από τη θέση του ο καθένας. Από τη σκοπιά της επικείμενης ήττας, της συντελεσμένης ήττας, της εσωτερικής ήττας. Ο Σινόπουλος, μόνος αυτός, βιώνει τον Εμφύλιο, στον οποίο έλαβε μέρος ως στρατιωτικός γιατρός, ως καθολική ήττα και ως τραγωδία αμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμώ να πω, με μια Αισχύλια τόλμη, έστω και με κάποια υποχώρηση στον ρερητορευμένο λόγο.

Χαντάκια, σκουπιδότοποι, μαύρες μανάδες ολολύζοντας

ποιόν σκότωσες εσύ, ποιόν σκότωσες εσύ, πόσους σκοτώσαμε.

  1. Οι ποιητές δημιουργούν τον κόσμο. ΄Ενα κόσμο δωματίου οι ελάσσονες, ένα κόσμο ευρύχωρο οι μείζονες, το ίδιο το Σύμπαν με τον ουρανό και τ΄ αστέρια, τη γη και τα υπό τη γη οι ποιητές – νομοθέτες. Ο Σινόπουλος έχει δεδομένο τον κόσμο του, δεν τον δημιουργεί, τον αναπλάθει και δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτόν. Είναι η ΄Ερημη, η Καθημαγμένη Χώρα του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής Εποχής. ΄Ενα τοπίο θανάτου είναι η πατρίδα που κατοικεί. Και δεν είναι τυχαίος ο πρώτος στίχος του πρώτου ποιήματος, της πρώτης συλλογής του.

Τοπίο θανάτου: η πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια

το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ΄ αλάτι και το φως.

Τον κόσμο αυτόν δεν προσπαθεί ούτε να τον εξηγήσει ούτε να τον αλλάξει. Αφήνει την εξήγηση στον αναγνώστη και δεν φαίνεται να πιστεύει στην ανατροπή, παρά το ότι μερικές φορές ελπίζει, όπως ο Τσέχωφ, σ΄ ένα καλύτερο κόσμο. Απλώς τον βιώνει. Ακόμη και στο δωμάτιο του έρωτα.

Μια νύχτα κάτω δάσος σκοτεινό

κι απάνω η ατμόσφαιρα σαν ώρα εγκλήματος

σε κάμαρη φρικτού ξενοδοχείου η Ελένη

βυθίζοντας τα χείλη μου σε φίλημα βαθύ

κειτόταν και ευώδιαζε κήπος της Μεσογείου […]

κραυγές έξω στο δρόμο γύρευαν αίμα και υποταγή.

  1. ΄Ενα τοπίο θανάτου, μια έρημη χώρα. Ναι, αλλά με ποιόν τρόπο (γιατί αυτό έχει σημασία για τον ποιητή) και με ποιά μέσα; Περνώντας από τον ΄Ελιοτ και τον Σεφέρη, τα cantos του Πάουντ, τους τρόπους του Pierre Zean Zouve και τους γάλλους ποιητές που μετέφρασε και απορροφώντας με άνεση τις ποικίλες επιδράσεις.

Και το πετυχαίνει, όχι μόνο χάρις στο ισχυρό ταλέντο του αλλά και χάρις στη μελέτη και τη γνώση της ιστορίας της τέχνης. Χάρις στον αγώνα και την αγωνία του να κατακτήσει μια γλώσσα δική του, που θα στοιχείται με τον κόσμο του. ΄Ηξερε ο Σινόπουλος πως το παιγνίδι, αν δεν είσαι ο Ρεμπώ, το κερδίζουν οι σοφοί ποιητές: ο Σολωμός, ο Καβάφης, ο Σεφέρης. Δεν ήταν ο Ρεμπώ, ήταν όμως ένας σοφός ποιητής. Από τον ΄Ελιοτ απέσπασε την τέχνη της οργάνωσης του ποιήματος, από τον υπερρεαλισμό την περιπέτεια των συνειρμών, από την τέχνη του κινηματογράφου την τεχνική του φλας-μπακ. ΄Ετσι, με αγώνα και αγωνία και ανασκάπτοντας συνεχώς τον εαυτό του, έφτασε εκεί που έφτασε, στον “Νεκρόδειπνο” δηλαδή και στο “Χρονικό” – ορόσημα στην ποίηση και την αυτογνωσία μας.

  1.   Η ποίηση του Σινόπουλου δεν έχει στάσεις και σταθμούς, είναι μια ποίηση εν προόδω, “μια Νέκυια εν προόδω”, όπως γράφει ο καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης. Το ένα ποίημα περιέχει το άλλο, το επόμενο προϋποθέτει το προηγούμενο. Χωρίς το “Μεταίχμιο” (1951) δεν μπορεί να υπάρξει ο “Νεκρόδειπνος” (1972). Και δεν είναι τυχαίο που το πρώτο ποίημα στο “Μεταίχμιο” επιγράφεται “Νεκρόδειπνος”. ΄Οπως δεν είναι τυχαίο που ο Ελπήνωρ του πρώτου αυτού ποιήματος είναι, όπως αναφέρει ο ίδιος ο ποιητής, ο Φίλιππος που τον συναντούμε στα επόμενα ποιήματά του να έρχεται και να ξαναέρχεται και να τον βασανίζει συνεχώς.
  2. Ποιός ήταν ο Φίλιππος και γιατί τον βασάνισε; Και γιατί ο Φίλιππος σφράγισε, όπως λέει ο ίδιος σε μια δημόσια εξομολόγησή του, αποφασιστικά το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής του; Ο Φίλιππος ήταν η άλλη, η ελλείπουσα συνιστώσα της ζωής του. Αυτή που απέκρυψε από τον ίδιο τον εαυτό του, που δεν την τόλμησε την κρίσιμη στιγμή και που ερχόταν στους εφιάλτες του και τον βασάνιζε.

Δεν θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Αμετανόητος πείσμωνε.

Οι σκοτεινές μέρες τούφταιγαν τα ερειπωμένα πρόσωπα.

Το αίμα του ακούγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά.

Κι απόμεινα μονάχος περπατώντας και σφυρίζοντας

μέσα στην κούφια Λάρισα.

Ποιός ήταν στην πραγματικότητα ο Φίλιππος και γιατί τον βασάνισε σε όλη του τη ζωή; Και γιατί η ελλείπουσα συνιστώσα της ζωής του; Και ποιά ήταν η κούφια Λάρισα;

Ο Φίλιππος, παιδικός φίλος του ποιητή, ήταν ο ποιητής επίσης Φώτος Πασχαλινός (πραγματικό όνομα : Θοδωράκης Ζώρας), όπως ο ίδιος ο Σινόπουλος εξομολογείται. Το αίμα του ακούγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά, συνελήφθη από τους Γερμανούς, βασανίσθηκε φριχτά και εκτελέστηκε στην Πάτρα τον Νοέμβριο του 1943, όπως μας πληροφορεί ο Αλέξανδρος Αργυρίου. Ο Σινόπουλος το δικό του αίμα ακούγοντας, δεν τόλμησε τα λαμπερά βουνά. Λούφαξε, όπως λέει ο ίδιος, περιμένοντας καλύτερες μέρες. Οι καλύτερες μέρες δεν ήρθαν ή άργησαν πολύ ναρθούν. Κι εν τω μεταξύ ο Φίλιππος γύριζε και ξαναγύριζε διεκδικώντας το δικό του μνημόσυνο. Μαζί με άλλους πολλούς. ΄Ετσι προέκυψε η “Νέκυια μέσα στη Νέκυια”.

Και η κούφια Λάρισα; ΄Ισως η Λάρισα του Εμφυλίου, ίσως ο Περισσός της δεκαετίας του ΄50- και οπωσδήποτε η ζωή ενός γιατρού του Ι.Κ.Α. σε μια φτωχική συνοικία και όσα αυτό συνεπάγεται.

Ας μνημονεύσουμε δύο στίχους του Φώτου Πασχαλινού και ένα στίχο του Τάκη Σινόπουλου:

… Η βροχή δεν είναι για παιδιά

κι ούτε και το χιόνι για παιγνίδι

Κραυγές έξω στο δρόμο γύρευαν αίμα και υποταγή

Χρίστος Ρουμελιωτάκης – Μάϊος 2006

Κάντε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here